φευκτός

φευκτός
η , ό[ν]
1) избегаемый; 2) устранимый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φευκτός" в других словарях:

  • φευκτός — to be shunned masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτός — ή, ό / φευκτός, ή, όν, ΝΑ [φεύγω] νεοελλ. αυτός τον οποίο μπορεί να αποφύγει κανείς αρχ. 1. αυτός τον οποίο πρέπει ν αποφεύγει κανείς («ὀρέγεται τῶν φευκτῶν», Λουκιαν.) 2. αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να διαφύγει («ἀγγελίαν ἄτλαταν οὐδὲ φευκτάν» …   Dictionary of Greek

  • φευκτά — φευκτός to be shunned neut nom/voc/acc pl φευκτά̱ , φευκτός to be shunned fem nom/voc/acc dual φευκτά̱ , φευκτός to be shunned fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτότερον — φευκτός to be shunned adverbial comp φευκτός to be shunned masc acc comp sg φευκτός to be shunned neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτῶν — φευκτός to be shunned fem gen pl φευκτός to be shunned masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτόν — φευκτός to be shunned masc acc sg φευκτός to be shunned neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτότατον — φευκτός to be shunned masc acc superl sg φευκτός to be shunned neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκταῖς — φευκτός to be shunned fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκταί — φευκτός to be shunned fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτοτάτη — φευκτός to be shunned fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φευκτοῖς — φευκτός to be shunned masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»